Μετάφραση του "gioielli" σε Ελληνικά

Το κοσμήματα είναι η μετάφραση του "gioielli" σε Ελληνικά.

gioielli noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοσμήματα

    noun feminine

    Un pezzo di minerale che, in forma tagliata e lucidata, viene utilizzato per fabbricare gioielli o altri ornamenti.

    Τεμάχιο ορυκτού το οποίο, όταν κοπεί και λειανθεί, χρησιμοποιείται για την κατασκευή κοσμημάτων και άλλων διακοσμητικών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gioielli " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gioielli" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gioielli" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη