Μετάφραση του "giustificare" σε Ελληνικά
Οι δικαιολογώ, αιτιολογώ, ευθυγραμμίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "giustificare" σε Ελληνικά.
giustificare
verb
γραμματική
-
δικαιολογώ
verbQuindi, in questo contesto, tali domande mi paiono giustificate.
Συνεπώς, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, αυτά τα ερωτήματα φαίνονται δικαιολογημένα.
-
αιτιολογώ
verbL'eventuale omissione di informazioni nella domanda deve essere giustificata.
Τυχόν παράλειψη πληροφοριών στην αίτηση πρέπει να είναι αιτιολογημένη.
-
ευθυγραμμίζω
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στοιχίζω
- (ρ.α.) δικαιώνομαι - δικαιολογούμαι
- αιτιολογώ - δικαιώνω
- πλήρης στοίχιση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " giustificare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη