Μετάφραση του "goffo" σε Ελληνικά

Οι αδέξιος, άχαρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "goffo" σε Ελληνικά.

goffo adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδέξιος

    adjective

    Non è semplicemente una questione di essere debole ma abile, o dinamico ma goffo.

    Δεν είναι απλά ζήτημα του να είναι κανείς αδύναμος, πλην έξυπνος, ή δυναμικός, πλην όμως αδέξιος.

  • άχαρος

    adjective

    Finalmente trova il coraggio di chiedere a una donna di uscire, si rivela goffo e aggressivo e lei lo respinge.

    Βρίσκει επιτέλους το θάρρος να της ζητήσει να βγουν αποδεικνύεται άχαρος και επιθετικός και εκείνη τον έστειλε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " goffo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "goffo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη