Μετάφραση του "gradevole" σε Ελληνικά
Οι αγαθός, ευχάριστος, φιλικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gradevole" σε Ελληνικά.
gradevole
adjective
masculine
γραμματική
-
αγαθός
adjective masculine -
ευχάριστος
adjective masculineÈ un così gradevole modo di scordare i propri guai.
Είναι ένας ευχάριστος τρόπος να ξεχνά κανείς τα βάσανά του.
-
φιλικός
adjective masculineCercate di rendervi gradevoli verso coloro presso cui siete mandati.
Προσπαθήστε να γίνετε φιλικοί με αυτούς στους οποίους έχετε σταλεί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ευγενικός
- αβρός
- ευωδιαστός
- απολαυστικός
- συμπαθητικός
- εύγευστος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gradevole " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη