Μετάφραση του "grezzo" σε Ελληνικά
Οι ακατέργαστος, ανεπεξέργαστος, τραχύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grezzo" σε Ελληνικά.
grezzo
adjective
masculine
γραμματική
Riferito ad un materiale o alla qualità di qualcosa: poco fine.
-
ακατέργαστος
noun adjective masculineCapacità della RPC (acciaio grezzo e prodotto simile)
Παραγωγική ικανότητα στη ΛΔΚ (ακατέργαστος χάλυβας και το ομοειδές προϊόν)
-
ανεπεξέργαστος
adjective masculine -
τραχύς
adjectiveManda il suono in overdrive e lo rende piuttosto grezzo.
οδηγώντας τον ήχο να ακούγεται πιο τραχύς.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άξεστος
- αργός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grezzo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "grezzo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακατέργαστη ζάχαρη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη