Μετάφραση του "grossa" σε Ελληνικά
Οι μεγάλη, παχειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grossa" σε Ελληνικά.
grossa
adjective
noun
feminine
γραμματική
-
μεγάλη
adjective feminineQueste mele sono grosse.
Αυτά τα μήλα είναι μεγάλα.
-
παχειά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grossa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "grossa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τα κάνω σαλάτα
-
μεγάλα θηράματα
-
λίπος · μεγάλος · παχύς · χοντρός
-
σκληρό σιτάρι
-
αντίχειρας
-
Θαμνογιαννούδι
-
προσωπικότητα
-
Αμμοπλουμίδι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη