Μετάφραση του "guardare" σε Ελληνικά

Οι κοιτάζω, παρακολουθώ, προσέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "guardare" σε Ελληνικά.

guardare verb γραμματική

Porre lo sguardo su qualcosa o su qualcuno. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοιτάζω

    verb

    Se guardassi in faccia la stampa quando gli fornisci quelle stronzate.

    Το να κοιτάζεις τον Τύπο κατάματα, όταν θα λες αυτές τις μαλακιές.

  • παρακολουθώ

    verb

    Vi ho guardati farvi a pezzi a spese delle vostre clienti, per tutta la settimana.

    Σας παρακολουθώ όλη την εβδομάδα να τσακώνεστε εις βάρος των πελατών σας.

  • προσέχω

    verb

    Ho un piano e ho bisogno di qualcuno che mi guardi le spalle.

    Τώρα, έχω ένα σχέδιο και χρειάζομαι κάποιον να προσέχει τα νώτα μου από τους άλλους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρατηρώ
    • βλέπω
    • φαίνομαι
    • ρολόι
    • επιλαμβάνομαι
    • κοιτώ
    • επιτηρώ
    • σιγουρεύω
    • εξασφαλίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " guardare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "guardare"

Φράσεις παρόμοιες με "guardare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "guardare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη