Μετάφραση του "guidare" σε Ελληνικά

Οι οδηγώ, άγω, οδηγός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "guidare" σε Ελληνικά.

guidare verb γραμματική

Fare andare un veicolo a motore con le ruote. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγώ

    verb

    Ho imparato a guidare quando avevo quindici anni.

    Έμαθα να οδηγώ, όταν ήμουν δεκαπέντε.

  • άγω

    verb
  • οδηγός

    noun masculine

    Questi, come la relazione iniziale e la guida metodologica, presentavano alcune lacune.

    Οι εν λόγω όροι, καθώς και η αρχική έκθεση και ο μεθοδολογικός οδηγός, εμφάνιζαν ορισμένες αδυναμίες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ηγούμαι
    • ξεναγός
    • εκπαιδεύω
    • δασκαλεύω
    • καθοδηγ
    • καθοδηγώ
    • πιλοτάρω
    • πετώ
    • πλοηγώ
    • είμαι επικεφαλής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " guidare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "guidare"

Φράσεις παρόμοιες με "guidare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "guidare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη