Μετάφραση του "idrovia" σε Ελληνικά

Οι διάρρους, υδαταγωγός, υδατόρρευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idrovia" σε Ελληνικά.

idrovia noun feminine γραμματική

Fiume, canale o altro canale navigabile utilizzato come mezzo di trasporto o di viaggio.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάρρους

    via navigabile [..]

  • υδαταγωγός

    via navigabile [..]

  • υδατόρρευμα

    via navigabile [..]

  • πλωτή οδός

    via navigabile [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " idrovia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "idrovia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη