Μετάφραση του "ignoto" σε Ελληνικά

Το άγνωστος είναι η μετάφραση του "ignoto" σε Ελληνικά.

ignoto adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγνωστος

    noun masculine

    Ora, le decisioni potrebbero riguardare merci il cui proprietario è ignoto.

    Οι αποφάσεις όμως μπορούν να αφορούν εμπορεύματα των οποίων ο κύριος είναι άγνωστος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ignoto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ignoto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μνημείο του άγνωστου στρατιώτη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ignoto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη