Μετάφραση του "illuminare" σε Ελληνικά

Οι φωτίζω, διαφωτίζω, φωταγωγώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "illuminare" σε Ελληνικά.

illuminare verb γραμματική

Far splendere la luce su qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωτίζω

    verb

    In corrispondenza di tali parti dell’impianto del combustibile liquido, il locale macchine deve essere adeguatamente illuminato.

    Οι χώροι μηχανοστασίου κατά μήκος αυτών των τμημάτων του συστήματος καυσίμου πετρελαίου πρέπει να φωτίζονται επαρκώς.

  • διαφωτίζω

    verb

    Una delle operazioni compiute dallo spirito santo di Dio è quella di informare, illuminare e rivelare verità.

    Μια λειτουργία του αγίου πνεύματος του Θεού είναι το να ενημερώνει, να διαφωτίζει και να αποκαλύπτει αλήθειες.

  • φωταγωγώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " illuminare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "illuminare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "illuminare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη