Μετάφραση του "imbarco" σε Ελληνικά
Το επιβίβαση είναι η μετάφραση του "imbarco" σε Ελληνικά.
imbarco
noun
verb
masculine
γραμματική
Luogo da cui si sale a bordo di una nave.
-
επιβίβαση
nounL’osservatore è imbarcato in un porto scelto dall’armatore.
Η επιβίβαση του παρατηρητή γίνεται στον λιμένα που επιλέγεται από τον εφοπλιστή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " imbarco " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "imbarco" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιβιβάζομαι · μπαρκάρω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη