Μετάφραση του "imbecille" σε Ελληνικά
Οι ανόητος, βλάκας, ηλίθιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imbecille" σε Ελληνικά.
imbecille
adjective
noun
masculine
γραμματική
Espressione rivolta a qualcuno come insulto: persona vile, stupida o degna di disprezzo assoluto.
-
ανόητος
noun masculineNon sei l'unico imbecille regale pomposo, altezzoso, supponente per il quale potrei lavorare.
Δεν είσαι ο μόνος αλαζόνας, περήφανος, καταδεχτικός, βασιλικός ανόητος που θα μπορούσα να δουλέψω.
-
βλάκας
noun masculineQuesti imbecilli non capiranno mai una cosa del genere.
Eίvαι κάτι που αυτοί οι βλάκες δεv θα καταλάβουv ποτέ.
-
ηλίθιος
noun masculineMa a volte è un imbecille che getta la sigaretta dal finestrino della macchina.
Όμως, τις περισσότερες φορές φταίει κάποιος ηλίθιος που πετάει το τσιγάρο του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χαζός
- καθυστερημένος
- κουτός
- κουτορνίθι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " imbecille " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη