Μετάφραση του "imbroglio" σε Ελληνικά
Οι απάτη, γκάφα, μπλέξιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imbroglio" σε Ελληνικά.
imbroglio
noun
verb
masculine
γραμματική
Un atto di inganno fatto allo scopo di un guadagno iniquo, non meritato e/o illegale.
-
απάτη
noun feminineHa detto che la mia famiglia era un imbroglio.
Είπε ότι η οικογένειά μου είναι μια απάτη.
-
γκάφα
noun feminine -
μπλέξιμο
neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξαπάτηση
- φάρσα
- κομπίνα
- δόλος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " imbroglio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "imbroglio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αισχροκερδώ · εξαπατώ · κλέβω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη