Μετάφραση του "immediato" σε Ελληνικά
Οι άμεσος, άμεση, άμεσο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immediato" σε Ελληνικά.
immediato
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
άμεσος
adjective masculineSe viene accertato un rischio immediato per i consumatori, viene emessa la notifica di allarme.
Εάν διαπιστωθεί άμεσος κίνδυνος για τον καταναλωτή, εκδίδεται κοινοποίηση προειδοποίησης.
-
άμεση
adjective feminineL'evolversi della situazione rende necessaria l'entrata in vigore immediata del presente regolamento.
Λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των γεγονότων, επιβάλλεται η άμεση εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
-
άμεσο
adjective neuterL'evolversi della situazione rende necessaria l'entrata in vigore immediata del presente regolamento.
Λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των γεγονότων, επιβάλλεται η άμεση εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
-
μια φορά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " immediato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "immediato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άμεση σύσκεψη
-
Εμφάνιση εικονιδίων Emoticon σε άμεσα μηνύματα
-
άμεσο ερώτημα
-
Άμεση αναζήτηση
-
Αποστολή άμεσου μηνύματος...
-
εξαίρεση άμεσου σφάλματος
-
Επαναπραγματοποίηση συνομιλίας με ανταλλαγή άμεσων μηνυμάτων...
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη