Μετάφραση του "immobile" σε Ελληνικά

Οι ακίνητο, ακίνητος, ακίνητη περιουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immobile" σε Ελληνικά.

immobile adjective noun masculine γραμματική

Fissato; fortemente compresso. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακίνητο

    noun neuter

    È necessaria una valutazione soggettiva per determinare se un immobile si qualifica come investimento immobiliare.

    Κρίση χρειάζεται για να προσδιοριστεί αν το ακίνητο έχει τις ιδιότητες μιας επένδυσης σε ακίνητα.

  • ακίνητος

    adjective

    Rimane immobile, sperando che la sua vita decida di abbandonarlo, attraverso le sue vene.

    Κι έμεινε ακίνητος και ευχόταν κι η δική του ζωή να του φύγει μαζί με το αίμα του.

  • ακίνητη περιουσία

    noun feminine

    In particolare, può acquistare o alienare beni mobili e immobili e stare in giudizio.

    Δύναται ιδίως να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immobile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "immobile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immobile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη