Μετάφραση του "immortale" σε Ελληνικά

Οι αθάνατος, αθάνατο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immortale" σε Ελληνικά.

immortale adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αθάνατος

    adjective masculine

    Probabilmente, andro'da mia madre a dirle che sono immortale.

    Μάλλον πρέπει να πάω να πω στη μάνα μου πως είμαι αθάνατος.

  • αθάνατο

    noun

    Dobbiamo trovare il modo per uccidere un uomo immortale.

    Πρέπει να βρούμε τρόπο να σκοτώσουμε έναν αθάνατο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immortale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immortale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη