Μετάφραση του "impadronirsi" σε Ελληνικά
Οι κυριεύω, καταχτώ, κατέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impadronirsi" σε Ελληνικά.
impadronirsi
verb
γραμματική
Prendere possesso con la forza.
-
κυριεύω
verbRiteniamo che possa impadronirsi del corpo di un bambino.
Πιστεύουμε ότι μπορεί να κυριεύσει το σώμα ενός παιδιού.
-
καταχτώ
-
κατέχω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impadronirsi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη