Μετάφραση του "impegno" σε Ελληνικά
Οι δέσμευση, υποχρέωση, προσπάθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impegno" σε Ελληνικά.
impegno
noun
verb
masculine
γραμματική
-
δέσμευση
noun feminineE siccome c'è questo impegno sociale, deve esserci un controllo dello stato.
Επειδή υπάρχει κοινωνική δέσμευση πρέπει να υπάρχει και κρατικός έλεγχος.
-
υποχρέωση
noun feminineTuttavia, per gli stanziamenti d'impegno non ancora impegnati alla chiusura dell'esercizio, il riporto può riguardare
Ωστόσο, για τις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων που δεν έχουν δεσμευθεί ακόμη στο κλείσιμο του οικονομικού έτους, η μεταφορά μπορεί να αφορά
-
προσπάθεια
noun neuterLa Commissione si impegna a rispettare, in futuro, il calendario.
Η Επιτροπή θα καταβάλει προσπάθεια να τηρήσει στο μέλλον το χρονοδιάγραμμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συμμετοχή
- υπόσχεση
- καθήκον
- διαβεβαίωση
- δραστηριότητα
- χρέος
- απόπειρα
- δέσμευση - υποχρέωση - υπόσχεση
- επίπονη προσπάθεια
- προσπάθεια - ζήλος - επιμέλεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impegno " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impegno" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προσωπικό χρονοδιάγραμμα
-
δραστηριότητα εξυπηρέτησης
-
ανάληψη δαπανών
-
επαγγελματική δραστηριότητα
-
δίνω · δεσμεύω · ενεχυριάζω · υποχρεώνω
-
δέσμευση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη