Μετάφραση του "impermeabilizzato" σε Ελληνικά
Το αδιάβροχος είναι η μετάφραση του "impermeabilizzato" σε Ελληνικά.
impermeabilizzato
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
αδιάβροχος
adjectiveSacchi resistenti all'acqua (5L3): il sacco deve essere impermeabilizzato per impedire la penetrazione di umidità mediante, per esempio:
Σάκοι, αδιάβροχοι, 5L3: για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε εισόδου υγρασίας ο σάκος θα πρέπει να είναι φτιαγμένος αδιάβροχος, για παράδειγμα με τη χρήση:
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impermeabilizzato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impermeabilizzato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αδιάβροχος · υδατοστεγής
-
υλικό επένδυσης (περιβλήματος)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη