Μετάφραση του "impiegare" σε Ελληνικά
Οι χρησιμοποιώ, χρήση, προσλαμβάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impiegare" σε Ελληνικά.
Utilizzare un oggetto, spesso per ottenere un certo risultato. [..]
-
χρησιμοποιώ
verbPer ottenere risultati aggiuntivi, gli Stati membri possono impiegare un algoritmo proprio.
Επιπλέον, τα κράτη μέλη δύνανται να χρησιμοποιούν προσαρμοσμένο αλγόριθμο για να λαμβάνουν περισσότερα αποτελέσματα.
-
χρήση
noun feminineIl corretto impiego del logo non dipende dai mezzi tecnici con cui vengono presentate le informazioni.
Η ορθή χρήση του λογότυπου δεν εξαρτάται από τα τεχνικά μέσα με τα οποία παρουσιάζονται οι πληροφορίες.
-
προσλαμβάνω
verbL'agente temporaneo può essere sostituito nel suo impiego.
Στη θέση που κατείχε ο έκτακτος υπάλληλος μπορεί να προσληφθεί άλλο πρόσωπο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απασχολώ
- παίρνω
- δαπανώ
- καταναλίσκω
- καταναλώνω
- αξιοποιώ
- επενδύω
- αναλίσκω
- επιδίδομαι
- αναλώνω
- βάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impiegare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impiegare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρώτη απασχόληση
-
ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας
-
προσφορά εργασίας
-
υπάλληλος γραφείου
-
ζήτηση εργασίας
-
υπάλληλοι δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών
-
δεσμευμένη θέση εργασίας
-
υπηρεσία