Μετάφραση του "in" σε Ελληνικά

Οι σε, προς, στα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "in" σε Ελληνικά.

in adposition

Contenuto o rinchiuso da. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σε

    adposition

    Lavoro in una banca.

    Δουλεύω σε μια τράπεζα.

  • προς

    adposition

    Il minimo sarebbe stato una posizione comune in merito.

    Θα έπρεπε να έχει γίνει τουλάχιστον μια δήλωση θέσης ως προς αυτό.

  • στα

    Article neuter

    Non voglio parlare con Tom in questo momento.

    Δε θέλω να μιλήσω στον Τομ αυτήν τη στιγμή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στη
    • στις
    • στο
    • στον
    • στους
    • εν
    • στό
    • στόν
    • κατά την διάρκ
    • μέσα
    • στην
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " in " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "in"

Φράσεις παρόμοιες με "in" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "in" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη