Μετάφραση του "incenso" σε Ελληνικά

Οι θυμίαμα, λιβάνι, λιβανος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incenso" σε Ελληνικά.

incenso noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θυμίαμα

    noun neuter

    Quale veduta dovrebbero avere i cristiani riguardo al bruciare incenso?

    Πώς πρέπει να θεωρούν οι Χριστιανοί την καύση θυμιάματος;

  • λιβάνι

    noun neuter

    Incenso, incenso santo e sapienza, porta dentro casa mia la Provvidenza.

    Λιβάνι, χέω λιβάνι και σοφία φέρε στο σπίτι μου τα αγαθά του Θεού.

  • λιβανος

  • θυμιάμα

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incenso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incenso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη