Μετάφραση του "incidente" σε Ελληνικά
Οι ατύχημα, ατυχήματα, δυστύχημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incidente" σε Ελληνικά.
incidente
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Evento imprevisto, fallimento o perdita con il potenziale di danneggiare la vita umana, i beni o l'ambiente.
-
ατύχημα
noun neuterHo perso mia moglie in un tragico incidente.
Έχασα τη γυναίκα μου σε τροχαίο ατύχημα.
-
ατυχήματα
nounEvento imprevisto, fallimento o perdita con il potenziale di danneggiare la vita umana, i beni o l'ambiente.
Ho perso mia moglie in un tragico incidente.
Έχασα τη γυναίκα μου σε τροχαίο ατύχημα.
-
δυστύχημα
nounIl tuo papa'e'morto in un incidente prima che tu nascessi.
Ο πατέρας σου πέθανε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, πριν γεννηθείς.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περιστατικό
- συντριβή
- βίαιη σύγκρουση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " incidente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "incidente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τροχαίο ατύχημα
-
εγγράφω · επιρροή · κόβω · λαξεύω · σκαλίζω · σμιλεύω · χαράζω - χαρακώνω - σκίζω · χαράσσω
-
σιδηροδρομικό δυστύχημα
-
μεγάλο ατύχημα
-
ατύχημα κατά τη μεταφορά
-
δυσλειτουργία ντουλαπών
-
εργατικό ατύχημα
-
ναυτικό ατύχημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη