Μετάφραση του "inclinare" σε Ελληνικά
Οι κλίνω, γέρνω, λοξεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inclinare" σε Ελληνικά.
inclinare
verb
γραμματική
Essere a una determinata inclinazione, andando verso il basso.
-
κλίνω
verbCondotta aperta, inclinata, dotata di cancello per regolare il flusso dell'acqua.
Ανοικτός, κεκλιμένος αγωγός ο οποίος διαθέτει θύρα για τη ρύθμιση της ροής των υδάτων.
-
γέρνω
verbLi', il modo in cui inclina la testa.
Να κοίτα, τον τρόπο που γέρνει το κεφάλι του.
-
λοξεύω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στρέβλωση
- περικοπή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inclinare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inclinare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κεκλιμένο επίπεδο · κεκλιμένο επίπεδο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη