Μετάφραση του "incolto" σε Ελληνικά
Το αμόρφωτος είναι η μετάφραση του "incolto" σε Ελληνικά.
incolto
adjective
masculine
γραμματική
-
αμόρφωτος
adjectiveIl vantaggio per gli uomini, il vantaggio per il cittadino non esiste, poiché è solo un consumatore incolto e pertanto sottomesso.
Το ανθρώπινο συμφέρον, το συμφέρον του πολίτη δεν υφίσταται αφού ο καταναλωτής δεν είναι παρά ένας αμόρφωτος, άρα ένας υποταγμένος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " incolto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "incolto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιοχή αγρανάπαυσης
-
γίνεται · συμβαίνει
-
ακαλλιέργητη γη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη