Μετάφραση του "incoraggiamento" σε Ελληνικά

Οι ενθάρρυνση, παρότρυνση, προτροπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incoraggiamento" σε Ελληνικά.

incoraggiamento noun masculine γραμματική

L'atto di incoraggiare.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενθάρρυνση

    noun feminine

    Insegnò loro una canzone e portò ulteriore sostegno e incoraggiamento.

    Δίδαξε σε αυτές ένα τραγούδι και παρείχε επιπλέον υποστήριξη και ενθάρρυνση.

  • παρότρυνση

    noun feminine

    I ragazzi della mia età hanno continuamente bisogno di incoraggiamento per fare progresso nell’attività di predicazione.

    Τα νεαρά άτομα της ηλικίας μου χρειάζονται συνεχή παρότρυνση για να προοδεύουν στο έργο κηρύγματος.

  • προτροπή

    noun feminine

    Quale incoraggiamento possiamo dare a chi si è allontanato dal gregge?

    Ποια προτροπή μπορούμε να δώσουμε σε εκείνους που έχουν ξεστρατίσει από το ποίμνιο;

  • παρακίνηση

    noun feminine

    Grazie al loro incoraggiamento nel 1945 iniziai il ministero a tempo pieno.

    Ανταποκρινόμενη στη δική τους παρακίνηση άρχισα τη σταδιοδρομία μου στην ολοχρόνια διακονία το 1945.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incoraggiamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incoraggiamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη