Μετάφραση του "incorruttibile" σε Ελληνικά

Το αδέκαστος είναι η μετάφραση του "incorruttibile" σε Ελληνικά.

incorruttibile adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδέκαστος

    adjective

    L'altrimenti incorruttibile sindaco Cornish ignora le leggi locali e presiede, come unico giudice, queste gare immonde.

    Ο αδέκαστος δήμαρχος παραβλέπει τους άτυπους νόμους της πόλης και παρευρίσκεται ως κριτής στο λαμπερό διαγωνισμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incorruttibile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incorruttibile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη