Μετάφραση του "incrementare" σε Ελληνικά
Οι αυξάνω, ανεβαίνω, πληθύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incrementare" σε Ελληνικά.
incrementare
verb
γραμματική
-
αυξάνω
verbInoltre dall’inchiesta non sono emerse previsioni di investimenti volti ad incrementare la capacità produttiva del richiedente.
Επιπλέον, η έρευνα δεν απεκάλυψε προβλεπόμενες επενδύσεις που θα μπορούσαν να αυξήσουν την ικανότητα του αιτούντα.
-
ανεβαίνω
verb -
πληθύνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " incrementare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "incrementare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αύξηση της παραγωγής
-
τελεστής προσαύξησης
-
άθροιση · άνοδος · ανάπτυξη · αύξηση · μεγάλωμα · πλήθυνση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη