Μετάφραση του "indignato" σε Ελληνικά
Το αγανακτισμένος είναι η μετάφραση του "indignato" σε Ελληνικά.
indignato
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
αγανακτισμένος
adjectiveNessuno è più moralmente indignato di una bellezza che va verso i cinquanta.
Κανείς δεν είναι ηθικά πιο αγανακτισμένος, από μια όμορφιά που πέρασε τα σαράντα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indignato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη