Μετάφραση του "individuare" σε Ελληνικά

Οι εντοπισμός, εντοπίζω, ανακαλύπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "individuare" σε Ελληνικά.

individuare verb γραμματική

Vedere o scoprire qualcosa di poco chiaro, distante o nascosto mediante un'attenta ricerca.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εντοπισμός

    noun

    prevedere, individuare i problemi potenziali e sviluppare strategie per affrontarli

    ικανότητα πρόβλεψης, εντοπισμός δυνητικών προβλημάτων, και ανάπτυξη στρατηγικών για την αντιμετώπισή τους

  • εντοπίζω

    verb

    Con scambi di questo genere sarà possibile individuare le linee di tendenza.

    Με τέτοιες ανταλλαγές πληροφοριών θα μπορούν να εντοπίζονται και οι επικρατούσες τάσεις.

  • ανακαλύπτω

    verb

    Ed e'li che i miei sensi acuti hanno individuato la navicella, ancora invisibile.

    Τότε ήταν που οι αισθήσεις μου ανακάλυψαν το ακόμα αόρατο σκάφος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξατομικεύω
    • προσδιορίζω
    • αναγνωρίζω
    • χαρακτηρίζω
    • ταυτοποιώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " individuare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "individuare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "individuare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη