Μετάφραση του "indossare" σε Ελληνικά

Οι φορώ, βάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indossare" σε Ελληνικά.

indossare verb γραμματική

Mostrare un oggetto affinché gli altri lo vedano, specialmente mediante un modello nell'ambito della moda.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φορώ

    verb

    Lo costrinsero a uscire davanti a tutti con indosso la gonna e il cappellino, per punizione.

    Tοv έβαλαv vα κάτσει μπροστά στηv πόρτα του σχολείου φορώvτας το φουρό και το σκουφάκι για τιμωρία.

  • βάζω

    verb

    Ho una cravatta vera che avevo indossato a una festa in maschera.

    Έχω κανονική γραβάτα που είχα βάλει σε αποκριάτικο πάρτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indossare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "indossare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indossare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη