Μετάφραση του "infelice" σε Ελληνικά

Οι δυστυχισμένος, λυπημένος, θλιβερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infelice" σε Ελληνικά.

infelice adjective masculine γραμματική

Che non è felice. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυστυχισμένος

    adjective

    Tu vuoi vedermi infelice e consumato dal desiderio.

    Εσύ θέλεις να είμαι δυστυχισμένος και να μαραζώνω.

  • λυπημένος

    adjective

    Che si sente mentalmente a disagio perché qualcosa manca o è sbagliato.

    Aiuta a impedire al cervello di dirti che sei infelice.

    Κάνει τον εγκέφαλο να σταματήσει να σου λέει ότι είσαι λυπημένος.

  • θλιβερός

    adjective masculine

    Siamo i tre infelici dell'Ozarks.

    Είμαστε τα πιο θλιβερά όντα σε όλα τα Όζαρκς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άθλιος
    • άχαρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " infelice " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "infelice"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "infelice" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη