Μετάφραση του "infettare" σε Ελληνικά
Οι μολύνω, κολλάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infettare" σε Ελληνικά.
infettare
verb
γραμματική
-
μολύνω
verbUn microrganismo può causare rischi per il suo potenziale di infettare e moltiplicarsi negli organismi acquatici.
Ένας μικροοργανισμός μπορεί να δημιουργεί κινδύνους λόγω της δυνατότητάς του να μολύνει και να πολλαπλασιάζεται στους υδρόβιους οργανισμούς.
-
κολλάω
verbNon potevo permettervi di uscire e infettare gli altri.
Δεν μπορούσα όμως να σε αφήσω να βγεις έξω και να το κολλήσεις σε άλλους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " infettare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη