Μετάφραση του "infiammato" σε Ελληνικά

Οι επώδυνος, πονεμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infiammato" σε Ελληνικά.

infiammato adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επώδυνος

    masculine
  • πονεμένος

    masculine

    Come puoi essere così sicuro che non si tratti solo di un muscolo infiammato?

    Πώς είσαι τόσο σίγουρος ότι δεν είναι ένας πονεμένος μυς;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " infiammato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "infiammato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανάβω · ελαφρύς · ξανθός · φλέγομαι · φως
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "infiammato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη