Μετάφραση του "infinito" σε Ελληνικά

Οι απαρέμφατο, άπειρο, ατέλειωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infinito" σε Ελληνικά.

infinito adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαρέμφατο

    noun neuter

    C'è un infinito preceduto da un avverbio nel secondo paragrafo...

    Υπάρχει κεχωρισμένο απαρέμφατο στη β'παράγραφο.

  • άπειρο

    noun neuter

    concetto matematico di qualcosa senza limite

    Secondo il mito, dona infinita saggezza e salute a chi lo trova.

    Σύμφωνα με το μύθο προσφέρει άπειρο πλούτο και γνώση σε όποιον το βρει.

  • ατέλειωτος

    Adjective

    Questo cerchio infinito di distruzione reciproca?

    Ο ατέλειωτος κύκλος της αμοιβαίας καταστροφής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απέραντος
    • άπειρος
    • Απαρέμφατο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " infinito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "infinito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "infinito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη