Μετάφραση του "ingenuo" σε Ελληνικά

Οι αφελής, απλοϊκός, απλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ingenuo" σε Ελληνικά.

ingenuo adjective noun masculine γραμματική

Facile da ingannare.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφελής

    noun masculine

    Non avermene, se ti dico che questa e'una domanda ingenua.

    Συγγνώμη που το λέω, αλλά είναι πολύ αφελής ερώτηση αυτή.

  • απλοϊκός

    adjective

    A volte sembra ingenuo sperare nella protezione della polizia, soprattutto quando si sente parlare di poliziotti corrotti.

    Ο ισχυρισμός ότι η αστυνομία παρέχει ένα αίσθημα ασφάλειας μερικές φορές φαίνεται απλοϊκός, ιδιαίτερα όταν έρχονται στο φως ειδήσεις για διαφθορά στην αστυνομία.

  • απλός

    adjective

    Munir è ingenuo... e Kasim è una testa calda.

    Ο Μουνίρ είναι απλός, ο Κασίμ είναι απρόσεκτος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγγελικός
    • ναΐφ
    • αγνός
    • άπειρος
    • άμαθος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ingenuo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ingenuo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ingenuo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη