Μετάφραση του "intatto" σε Ελληνικά

Οι άθικτος, ανέπαφος, ακέραιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intatto" σε Ελληνικά.

intatto adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άθικτος

    adjective

    Il peduncolo, se è presente, deve essere intatto.

    Ο μίσχος, εάν υπάρχει, πρέπει να είναι άθικτος.

  • ανέπαφος

    adjective

    La pleura deve restare intatta, salvo per facilitare la sospensione a un gancio del quarto anteriore.

    Ο υπεζωκότας πρέπει να παραμένει ανέπαφος εκτός εάν πρόκειται να διευκολυνθεί η ανάρτηση εμπρόσθιου τεταρτημορίου.

  • ακέραιος

    adjective

    Il cervello non è stato rimosso intatto.

    Ο εγκέφαλος δεν αφαιρέθηκε ακέραιος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intatto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intatto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη