Μετάφραση του "integro" σε Ελληνικά

Οι ακέραιος, αβλαβής, ακέραιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "integro" σε Ελληνικά.

integro adjective verb masculine γραμματική

Contenente tutto. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακέραιος

    adjective masculine

    Sono un uomo integro, ma sempre pronto ad ascoltare un'offerta interessante.

    Είμαι ακέραιος, αλλά πάντα είμαι πρόθυμος να ακούσω μια ενδιαφέρουσα προσφορά.

  • αβλαβής

    adjective
  • ακέραιο

    Un'impronta digitale integra della sua mano sinistra coincide con la patente.

    Ένα ακέραιο αποτύπωμα από το δεξί της χέρι ταιριάζει με το αποτύπωμα στην άδεια οδήγησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλήρης
    • σώος
    • άθικτος
    • ανέπαφος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " integro " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "integro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "integro" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη