Μετάφραση του "intento" σε Ελληνικά
Οι αποφασισμένος, αντικείμενο, απασχολημένος - απορροφημένος - προσηλωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intento" σε Ελληνικά.
intento
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Obiettivo che si persegue o fine che si vuole ottenere.
-
αποφασισμένος
Sansone era intento a guidare la lotta contro i filistei a difesa del popolo di Dio.
Ο Σαμψών ήταν αποφασισμένος να πρωτοστατήσει στον πόλεμο του λαού του Θεού κατά των Φιλισταίων.
-
αντικείμενο
noun neuterConosciamo Gloria, intenta a incidere raffinate decorazioni su un piatto, e Franco, impegnato al tornio.
Συναντάμε την Γκλόρια, που στολίζει με λεπτά εγχάρακτα σχέδια κάποιο πιάτο, και τον Φράνκο ο οποίος περιστρέφει διακοσμητικά αντικείμενα στον αγγειοπλαστικό τόρνο.
-
απασχολημένος - απορροφημένος - προσηλωμένος
-
στόχος - πρόθεση - σχέδιο - σκοπός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "intento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κινώ - εγείρω (νομ.)
-
αδιερεύνητος · ανεξερεύνητος · ανεπιχείρητος
-
διώκω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη