Μετάφραση του "intermedio" σε Ελληνικά

Το ενδιάμεσος είναι η μετάφραση του "intermedio" σε Ελληνικά.

intermedio adjective masculine γραμματική

Lavoratore dipendente di livello medio che ha incarichi organizzativi. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενδιάμεσος

    adjective masculine

    Non è ammesso più di uno scalo intermedio durante il volo di andata o di ritorno.

    Επιτρέπεται μόνον ένας ενδιάμεσος σταθμός στη διαδρομή μετάβασης ή επιστροφής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intermedio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intermedio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intermedio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη