Μετάφραση του "interramento" σε Ελληνικά

Οι ταφή, ενταφιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interramento" σε Ελληνικά.

interramento noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταφή

    noun feminine

    In circostanze eccezionali, esse possono essere eliminate mediante incenerimento o interramento.

    Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορούν να καταστρέφονται με καύση ή ταφή.

  • ενταφιασμός

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interramento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "interramento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interramento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη