Μετάφραση του "interruttore" σε Ελληνικά
Οι διακόπτης, Διακόπτης, περνάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interruttore" σε Ελληνικά.
interruttore
noun
masculine
γραμματική
-
διακόπτης
noun masculineE l'altro interruttore è giù, accanto alla camera blindata.
Και ο άλλος ο διακόπτης είναι στην κρύπτη.
-
Διακόπτης
κάθε ηλεκτρικό εξάρτημα που μεταβάλλει τη δυνατότητα διέλευσης ηλεκτρικού ρεύματος
E l'altro interruttore è giù, accanto alla camera blindata.
Και ο άλλος ο διακόπτης είναι στην κρύπτη.
-
περνάω
verbL'elettricita'passa per due interruttori che portano la corrente alla struttura.
Η κεντρική γραμμή περνάει από δύο διακόπτες που τροφοδοτούν όλο το κτίριο.
-
κουμπί εναλλαγής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interruttore " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη