Μετάφραση του "intervallo" σε Ελληνικά

Οι διάλειμμα, διάστημα, διακοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intervallo" σε Ελληνικά.

intervallo noun verb masculine γραμματική

Un periodo di tempo durante il quale qualcosa è disponibile.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάλειμμα

    noun neuter

    Un periodo di tempo durante il quale qualcosa è disponibile. [..]

    Penso sia il momento di concederci un piccolo intervallo.

    Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να κάνουμε ένα σύντομο διάλειμμα.

  • διάστημα

    noun neuter

    finestra temporale [..]

    Può essere solo un momento di inizio per le misure in corso o un intervallo.

    Δύναται να είναι μόνο χρόνος έναρξης για τρέχουσες μετρήσεις ή διάστημα.

  • διακοπή

    noun feminine

    Il che, se non e'esattamente una vittoria per l'ambiente, almeno e'un intervallo nella continua catastrofe.

    Το οποιό δεν είναι και νίκη για το περιβάλλον, αλλά είναι τουλάχιστον μία διακοπή της συνεχιζόμενης καταστροφής του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Εμβέλεια
    • εύρος
    • απόσταση
    • περιοχή
    • κενό
    • άνοιγμα
    • Διάστημα (μουσική)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intervallo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intervallo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intervallo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη