Μετάφραση του "intimo" σε Ελληνικά

Οι στενός, οικείος, εσώρουχα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intimo" σε Ελληνικά.

intimo adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενός

    adjective masculine

    Lei è un intimo amico della famiglia Crusher, non è vero?

    Ξέρω ότι είστε στενός φίλος της οικογένειας Κράσερ.

  • οικείος

    adjective masculine

    Ha iniziato ad accusarmi di essere... troppo intimo con alcune studentesse.

    'ρχισε να με κατηγορεί πως ήμουν... υπερβολικά οικείος με κάποιες φοιτήτριες.

  • εσώρουχα

    noun n-p

    Questo requisito non si applica alle fodere e coperture per materassi o alla biancheria intima.

    Η απαίτηση αυτή δεν ισχύει για τα στρωματόπανα, τα προστατευτικά στρωμάτων και τα εσώρουχα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εσώρρουχα
    • εσώρουχο
    • συγγενής
    • κολλητός
    • ενδόμυχος
    • κλείνω
    • προσωπικός
    • μύχιος
    • μυστικός
    • 1. ενδότερος - εσώτατος - προσωπικός - βαθύς - μυστικός
    • 2. εσωτερικός (για ρούχα)
    • εσώρουχα πολυτελείας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intimo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intimo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intimo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη