Μετάφραση του "irritabile" σε Ελληνικά
Το ευέξαπτος είναι η μετάφραση του "irritabile" σε Ελληνικά.
irritabile
adjective
masculine
γραμματική
Facilmente irritato.
-
ευέξαπτος
adjectiveDivenni irritabile e spesso me la prendevo con chi mi stava intorno.
Έγινα ευέξαπτος και συχνά φερόμουν επιθετικά στους γύρω μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " irritabile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "irritabile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη