Μετάφραση του "irritabile" σε Ελληνικά

Το ευέξαπτος είναι η μετάφραση του "irritabile" σε Ελληνικά.

irritabile adjective masculine γραμματική

Facilmente irritato.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευέξαπτος

    adjective

    Divenni irritabile e spesso me la prendevo con chi mi stava intorno.

    Έγινα ευέξαπτος και συχνά φερόμουν επιθετικά στους γύρω μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " irritabile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "irritabile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "irritabile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη