Μετάφραση του "ischio" σε Ελληνικά

Οι γοφός, ισχίο, ισχιακό οστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ischio" σε Ελληνικά.

ischio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γοφός

    noun
  • ισχίο

    noun
  • ισχιακό οστό

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ischio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ischio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη