Μετάφραση του "kaki" σε Ελληνικά
Οι διόσπυρος, ιαπωνικός διόσπυρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kaki" σε Ελληνικά.
kaki
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
διόσπυρος
nounFrutto del kaki (Diospyros kaki), della varietà «rosso brillante», destinato ad essere consumato fresco.
Καρπός της ποικιλίας «Rojo Brillante» του φυτού διόσπυρος (Diospyros kaki), που προορίζεται να καταναλωθεί ωμός.
-
ιαπωνικός διόσπυρος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kaki " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kaki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λωτός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη