Μετάφραση του "laico" σε Ελληνικά
Οι λαϊκός, λαϊκόσ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laico" σε Ελληνικά.
laico
adjective
noun
masculine
γραμματική
Una persona che non è stata consacrata prete.
-
λαϊκός
noun masculineIl servitore di congregazione era stato il loro predicatore laico.
Ο υπηρέτης εκκλησίας είχε διατελέσει λαϊκός τους ιεροκήρυκας.
-
λαϊκόσ
Il servitore di congregazione era stato il loro predicatore laico.
Ο υπηρέτης εκκλησίας είχε διατελέσει λαϊκός τους ιεροκήρυκας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " laico " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "laico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λαϊκό κράτος
-
μη εκκλησιαστική εκπαίδευση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη