Μετάφραση του "lametta" σε Ελληνικά
Οι ξυραφάκι, λεπίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lametta" σε Ελληνικά.
lametta
noun
feminine
γραμματική
-
ξυραφάκι
noun neuterPrima si passavano giorni a sgobbare su di una videocassetta con una lametta da barba.
Παλιότερα περνούσες μέρες πάνω από μια κασέτα με ένα ξυραφάκι.
-
λεπίδα
noun feminineEsercitare sulla lametta o sull’ago una pressione tale da incidere almeno il rivestimento.
Η πίεση επί της λεπίδας ή της βελόνας πρέπει να είναι επαρκής ώστε να κόψει τουλάχιστον την επικάλυψη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lametta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lametta"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη